|
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
![]() |
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
|
ΣΧΕΔΙΟ KEYNET ΟΔΗΓΟΣ
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΚΑΤΑΡΤΙΖΟΜΕΝΩΝ 2.
ΠΟΥ
ΑΠΟΣΚΟΠΕΙ Ο
ΟΔΗΓΟΣ
|
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
|
Είναι σημαντικό
να εντάξουμε
αυτόν τον «Οδηγό
Αξιολόγησης»
στο πλαίσιο των
στόχων του Σχεδίου
KeyNet,
που αναφέρονται
στο Έντυπο Φάση
1 Εθνικές Εκθέσεις.
Το Σχέδιο θεωρείται
ότι καλύπτει
το ζήτημα της
ανάπτυξης της
επάρκειας σαν
μέσον ενίσχυσης
της απασχολησιμότητας.
Η λέξη «επάρκεια»
θεωρείται ότι
σημαίνει
προώθηση, σε
συνεχιζόμενη
βάση, της δημιουργικότητας,
της ευελιξίας,
προσαρμοστικότητας,
ικανότητας αυτομάθησης
και λύσης προβλημάτων.
Από την αρχή,
αποφασίστηκε
ότι το Σχέδιο
πρέπει να εστιαστεί
στις «βασικές
δεξιότητες» που
ενισχύουν την
ανάπτυξη της
επάρκειας, και
ότι πληθυσμός-στόχος
θα είναι άνεργοι
νέοι με ελάχιστα
προσόντα, και
άνεργοι ενήλικοι
άνω των 40 ετών.
Η στρατηγική
που ακολούθησαν
οι χώρες εταίροι
- Γερμανία, Ελλάδα,
Σουηδία και Μεγάλη
Βρετανία βασίστηκε
σε μια τετράπτυχη
προσέγγιση:
Αναμφισβήτητα,
κατά τη διάρκεια
του Σχεδίου
έχουν γίνει
σημαντικές αλλαγές
ως προς τη φύση
του «τελικού
προϊόντος». Αυτό
που έχει, πράγματι,
παραχθεί είναι
μια έκθεση με
τον τίτλο «Καλή πρακτική
στη χρήση Βασικών
Δεξιοτήτων»
που βασικά ασχολείται
με τη «διδασκαλία»
των βασικών
δεξιοτήτων στο
χώρο της εργασίας
και στις σχολές
κατάρτισης.
Έχει γίνει και
μια ακόμη σημαντική
αλλαγή, αυτή
τη φορά δυναμική,
που είναι η συνειδητοποίηση
ότι από τη φύση
τους, οι βασικές
δεξιότητες είναι
διαφορετικές
από άλλες πιο
συγκεκριμένες
δεξιότητες,
ιδιαίτερα τις
«ακαδημαϊκές»
και «εργασιακά
εξειδικευμένες»
δεξιότητες.
Η έκθεση «Καλή πρακτική
στη χρήση Βασικών
Δεξιοτήτων»
απευθύνεται
σε αυτό το ζή
τημα λεπτομερώς,
τα κύρια αποτελέσματα
της οποίας συνοψίζονται
στους δύο Πίνακες
παρακάτω:
Οι βασικές
Δεξιότητες στα
πλαίσια της Εκπαίδευσης
και Κατάρτισης
στη Γερμανία,
Ελλάδα, Σουηδία
και Μεγάλη Βρετανία. Λεπτομερέστερα,
το σχήμα της «Γενικής
Εκπαίδευσης»
και «παροχής Βασικών
Δεξιοτήτων» στη
Δευτεροβάθμια
Εκπαίδευση, σε
ηλικίες 11+ - 16+ στις
Χώρες Εταίρους
έχει ως εξής:
Παροχή
εκπαίδευσης
και κατάρτισης
σε ηλικίες άνω
των 14-16 στις χώρες
εταίρους. Οι
πίνακες αυτοί
που παρουσιάζουν
μια γενική εικόνα
της κατάστασης
στις χώρες εταίρους,
τονίζουν το γεγονός
ότι οι βασικές
δεξιότητες καλύπτουν
μια αβέβαιη θέση
στο πλαίσιο της
εκπαίδευσης
και κατάρτισης.
Για την ακρίβεια,
κατά την τελευταία
δεκαετία μόνο
άρχισαν να εμφανίζονται
στα περισσότερα
προγράμματα
εκπαίδευσης
και κατάρτισης.
Οι λόγοι γι’ αυτό
το σχετικά χαμηλό
επίπεδο αναφέρονται
στην Έκθεση
“Καλής πρακτικής”.
Αρκεί να πούμε
εδώ ότι σ’ αυτή
την έλλειψη ανάπτυξης
βοήθησε πολύ
η αβεβαιότητα
για το τί ακριβώς
είναι η “βασική
δεξιότητα” και
σε ποια έκταση
μπορεί να εξακριβωθεί
η συγκεκριμένη
συνεισφορά της
σε μια επαγγελματικά
εξειδικευμένη
δεξιότητα. Στη
Μ. Βρετανία, οι
εξελίξεις που
προέκυψαν από
την Έκθεση
Dearing (Dearing
Report) βοήθησαν
στη διευκρίνηση
της φύσης των
βασικών δεξιοτήτων,
με γενική συμφωνία
ότι αυτές είναι
οι δεξιότητες
της Επικοινωνίας,
της Εφαρμογής
των Αριθμών, των
Δεξιοτήτων Πληροφορικής,
της Λύσης Προβλημάτων,
της Ομαδικής
Εργασίας, και
της Βελτίωσης
της ατομικής
Μάθησης και Επίδοσης.
Επίσης τώρα τα
πράγματα είναι
σαφέστερα για
τη σχέση μεταξύ
αυτών των βασικών
δεξιοτήτων και
άλλων πιο γενικών
ή πιο ειδικών
επαγγελματικών
δεξιοτήτων, όπως
η “επιχειρηματικότητα”.
Οι αρχές ενσωμάτωσης
των βασικών δεξιοτήτων
στα κύρια προγράμματα
των καταρτιζομένων
βοηθούν στο να
γίνουν οι βασικές
δεξιότητες περισσότερο
αυθεντικές. Η
Έκθεση
Καλής Πρακτικής
περιλαμβάνει
παραδείγματα
αυτών των αρχών. ΟΜΩΣ,
υπάρχει ακόμη
το ερώτημα του
πώς θα ξέρει
ο εκπαιδευτής,
ο εργοδότης και
ο καταρτιζόμενος
πότε έχει αποκτηθεί
η βασική δεξιότητα.
Αυτό είναι το
κύριο ζήτημα
αυτού του Οδηγού.
Οι “Βασικές
Δεξιότητες” αποτελούν
πρόκληση για
τον αξιολογητή
για πολλούς λόγους,
ιδιαίτερα, για
τους εξής:
Η “γενική”
φύση των βασικών
δεξιοτήτων σημαίνει
ότι μπορούν και
αποκτώνται με
μια σειρά πιθανών
διδακτικών στρατηγικών.
Αυτό έχει αναπόφευκτα
έντονες επιπλοκές
στην αξιολόγηση,
η κυριότερη των
οποίων είναι
η έκταση στην
οποία η αξιολόγηση
πρέπει να γίνεται
χωρίς καθορισμένο
περιεχόμενο
και πλαίσιο. Για
παράδειγμα, είναι
δυνατόν να σχεδιαστεί
μια γενική αξιολόγηση
που θα παράγει
συγκρίσιμα αποτελέσματα
από υπαλλήλους/εκπαιδευόμενους/
μαθητές σε κάθε
ένα από τα παρακάτω:
Ή έχουμε
μια πιο αξιόπιστη
εικόνα όταν οι
αξιολογήσεις
γίνονται σε συγκεκριμένο
χώρο εργασίας? Μπορούν
όλες οι μορφές
αξιολόγησης
να χρησιμοποιηθούν
σε όλους τους
χώρους, ή μερικές
μορφές ταιριάζουν
σε ορισμένους
χώρους; Στις περισσότερες
χώρες το ζήτημα
αυτό συνδέεται
με το ερώτημα
της σχετικής
σημασίας και
της καταλληλότητας
εσωτερικής αξιολόγησης
και αξιολόγησης
στον εργασιακό
χώρο σε αντίθεση
με εξωτερικές
εξετάσεις και
τυπική αξιολόγηση.
Οι βασικές δεξιότητες
δεν μπορούν να
διδαχθούν κατά
τον ίδιο τρόπο
με τα κοινά μαθήματα
γιατί πρέπει
να βρίσκονται
σε όλα τα μαθήματα,
σε μεγαλύτερο
ή μικρότερο βαθμό,
και Οι καλές
στρατηγικές
αξιολόγησης
εισάγουν μαθητές
και καταρτιζόμενους
σε αρκετά μεγάλο
φάσμα παραδειγμάτων
ή καταστάσεων,
ώστε να τους δίνεται
η ευκαιρία να
διαπιστώσουν
τις δεξιότητες
τους.
Το υπόλοιπο
του Οδηγού αναφέρεται
σ’ αυτά τα ζητήματα
με τα εξής ερωτήματα:
|
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||